Το 1989, ένα ωραίο απόγευμα, διασχίζω πεζή και κάθετα την Αγ. Σοφίας στο ύψος της Καστριτσίου. Έχω περάσει απέναντι αλλά εξ αιτίας των διπλοπαρκαρισμένων αυτοκινήτων δεν έχω πρόσβαση στο πεζοδρόμιο. Καθώς δεν υπάρχει χώρος και αρχίζει η κάθοδος των αυτοκινήτων από Εγνατία, μένω ακίνητη και σχεδόν κολλημένη πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή ώστε να απεγκλωβιστώ απ’ το δρόμο. Ένα ολοκαίνουργιο άσπρο Askona κατευθύνεται με ορμή προς την Ερμού. Ούτε μια στιγμή δεν πιστεύω ότι κινδυνεύω. Σχεδόν κοιτάζω αλλού. Ο οδηγός χάνει τον έλεγχο καθώς έχει πάρει στροφή με ταχύτητα και δε μπορεί να επαναφέρει το όχημα στην ευθεία. Με χτυπάει από δεξιά. Σώζω το καθρεφτάκι του παρκαρισμένου. Κανονικά πρέπει να σημειώσω και τις πινακίδες του. Του παρκαρισμένου….

Δε χάνω τις αισθήσεις μου, αλλά ξέρω ότι μου συμβαίνει κάτι σοβαρό. Το πόδι μου πονάει τόσο που δε βλέπω. Πριν χάσω την όραση μου για μερικά λεπτά, βλέπω το λευκό αυτοκίνητο, λοξά πριν την Ερμού και τα σημάδια απ’ τα λάστιχα στην άσφαλτο. Ο οδηγός τρέχει προς το μέρος μου. Δε βλέπω πια. Με πιάνει απ’ τους ώμους, με ταρακουνάει έντονα και μου λέει: «Μη με κυνηγήσεις! Είμαι άρρωστος άνθρωπος!»  Αυτό. Και φεύγει…

Με περιτριγυρίζουν διάφοροι περίεργοι, κυρίως από τα γύρω καταστήματα. Ζαλίζομαι, βογκάω. Δε μ’ ακουμπάει κανείς. Μάλλον, μόνο με κοιτάζουν. Ή μπορεί και όχι…

Λίγο πιο κάτω συχνάζει ένα ασθενοφόρο της Express Service. Το πλήρωμα αντιλαμβάνεται το συμβάν. Με βάζουν στο όχημα και με μεταφέρουν στο εφημερεύον Ιπποκράτειο. Πριν φύγουμε απ’ το σημείο του ατυχήματος με ρωτάνε: «Είναι λίγο πιο κάτω. Θέλεις να πάρουμε τις πινακίδες του; Τον προλαβαίνουμε!»

«Δεν ξέρω…δε μ’ ενδιαφέρει…Αφήστε τον» Είπα.

 

Πονάω φρικτά, αλλά μόνο βογκάω. Με εξετάζουν δύο άτομα. Ένας νεαρός που με αγγίζει σα σπάνιο και ενδιαφέρον αγγείο και ένας ηλικιωμένος που του μιλάει άσχημα κοιτάζοντας αλλού.

«Κύριε καθηγητά, παρατηρώ ένα κριγμό εδώ…»

«Που τον είδες τον κριγμό;»

«…νομίζω πως το γόνατο…»

«Δεν έχει τίποτε! Μια χαρά είναι! Μπορεί να φύγει..»

«Μα, κύριε καθηγητά…»

«Αυτό που σου λέω!»

Ο νεαρός σκύβει το κεφάλι και σιωπά. Μετά από χρόνια αντιλαμβάνομαι ότι είναι ένα ταλέντο και κακώς δε σημείωσα το όνομά του. Η διάγνωσή του άριστη. Και η διαγωγή του άριστη. Σιωπή.

Σιωπή κι εγώ. Νομίζω ότι με απασχολεί κάτι απ’ το μέλλον και δεν εμπλέκομαι. Είμαι παρατηρητής της υπόθεσής μου. Πριν το καταλάβω, βρίσκομαι σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι που σπρώχνει ένας χαμογελαστός ξερακιανός τύπος. Ο ήχος του ασανσέρ επανενεργοποιεί την επικοινωνία μου με τον κόσμο. Με ταρακουνάει. Διαμαρτύρομαι. «Πως κάνεις έτσι; Που και να το είχες σπάσει! Αν το είχες σπάσει τώρα θα ούρλιαζες απ’ τον πόνο!» Καταλαβαίνω ότι έχω κάνει ένα σοβαρό επικοινωνιακό λάθος αλλά είναι ήδη αργά.

«Πες μου, που θέλεις να σ’ αφήσω;»

«Στο τηλέφωνο»

Είμαι δίπλα στο τηλέφωνο. Δεν το φτάνω. (Είναι ’89 λέμε, δεν έχουμε κινητά). Ένας ηλικιωμένος κύριος στέκεται ακριβώς δίπλα. Προθυμοποιείται να με βοηθήσει. Με ρωτάει αν έπαθα κάτι σοβαρό, αν είδα αυτόν που με χτύπησε και τα σχετικά. Πρέπει ν’ απαντήσω «Ναι, σε όλα» αλλά δεν το ξέρω και απαντάω όχι. Τον ξεχνάω για λίγο και τηλεφωνώ. Όχι τους γονείς. Να σιγουρέψω τη διάγνωσή μου πρώτα. Στο πατρικό του Χ. Δεν είναι εκεί. Μιλάω με τη μαμά του. Το ατύχημά μου περνάει στα ψιλά. «Ας μην τον ανησυχήσουμε» λέει… Το κλείνω. Ή μάλλον μου το κλείνει…

Περνάει ο ξερακιανός και μου λέει: «Τι έγινε; Σε βρήκε ο πατέρας σου;»

«Ποιος πατέρας μου; Δεν ξέρει ότι είμαι εδώ!»

«Πως δεν ξέρει… Αφού ήρθε μέσα ρώτησε τους γιατρούς… Τον έστειλα να σε βρει εδώ στο τηλέφωνο…»

«Δεν ήταν πατέρας μου αυτός! Δεν είχατε δικαίωμα να δώσετε στοιχεία για την κατάστασή μου!»

Είμαι έξαλλη, εξαπατημένη και πολλά άλλα…

Το ανήμπορη όμως, έχει προτεραιότητα.

Βλέπω ένα παλιό φίλο. Μόλις τακτοποίησε τη μαμά του στο κρεβάτι και φεύγει. Με πηγαίνει σπίτι. Με ρωτάει αν θέλω βοήθεια ν’ ανέβω. Απαντάω πάλι λάθος. Φεύγει. Μένω στα σκαλοπάτια. Το δεξί μου πόδι δεν με υπακούει, δεν με υποστηρίζει. Η πολυκατοικία δεν έχει πολύ κίνηση. Μένω ακινητοποιημένη. Με βρίσκει ο Χ αργά το απόγευμα μετά τη δουλειά. Σοκάρεται, ανησυχεί αλλά είμαστε πολύ νέοι. Όλα είναι ευμετάβλητα. Έρχονται φίλοι. Έχει μια σημαντική συναυλία. Φεύγουν όλοι για τη συναυλία.

Μεσάνυχτα. Το πόδι μου κρέμεται πλέον. Θέλω να πάω στη τουαλέτα. Έρπειν λέγεται…

Την άλλη μέρα ο Χ κι ένας φίλος μας, με παίρνουν σηκωτή και με πηγαίνουν σε  φημισμένο καθηγητή χειρουργό. Ο πατέρας του Χ είναι επίσης φημισμένος καθηγητής χειρουργός άλλης ειδικότητας. Η διάγνωση είναι ίδια μ’ εκείνη του νεαρού που έπρεπε να σιωπά. Χρειάζομαι χειρουργείο επειγόντως. Επέμβαση ρουτίνας, λέει. Το σημαντικό, η ρήξη του έσω πλάγιου συνδέσμου. Το προλάβαμε, δεν θα χρειαστεί μόσχευμα. Τα υπόλοιπα θα δέσουν μόνα τους στο γύψο. Τηλεφωνώ στους γονείς. Το σηκώνει η μαμά. Στη λέξη επέμβαση λιποθυμάει, ακούω το ακουστικό να χτυπάει στον τοίχο ρυθμικά. Μετά, τον μπαμπά μου να προσπαθεί να τη συνεφέρει…

Βρίσκομαι στο Παπανικολάου, αμήχανη, δίπλα σε δυο γυναίκες με φυματίωση οστών. Είναι πλέον πρωταπριλιά κι έτσι μόνο δύο φίλοι τολμούν την πιθανότητα λάθους. Αιματοκρίτης 28. Έρχονται κάθε λίγο και με ρωτάνε πως νιώθω κι αν είμαι αγχωμένη. Δεν είμαι, αλλά σκέφτομαι ότι για να ενδιαφέρονται τόσο, μάλλον πρέπει να αγχωθώ. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι μια παραλία. Κοιτάζω τον ουρανό. Ο ήλιος με τυφλώνει. Στην άκρη του ματιού μου ένα φοινικόδεντρο. «Καλά το πας» λέω στο μυαλό μου. Αυτό γελάει πονηρά αλλά εγώ είμαι ανίδεη. Χαμηλώνω το βλέμμα σιγά σιγά. Και τι βλέπω… Η παραλία είναι γεμάτη κόσμο. Χιλιάδες λουόμενοι. Χιλιάδες άνθρωποι με σπασμένα πόδια. Όλοι κυκλοφορούν με πατερίτσες. «Προδότη! Γι’ αυτό δεν σου έχω εμπιστοσύνη». Θέλω να γυρίσω απ’ την άλλη θυμωμένα αλλά δε μπορώ. Μόνο ανάσκελα. Όπως οι πεθαμένοι.

Γύψος σ’ όλο το πόδι. Το πρώτο βράδυ, του πρώτου χειρουργείου της ζωής μου. Όσο βαθαίνει η νύχτα, ο πόνος γίνεται αβάσταχτος. Περιμένω έναν από μηχανής θεό. Ανοίγει η πόρτα, μπαίνει ο μπαμπάς μου. Θα αντέξω.

Ανακαλύπτω ότι αν έχω ασφάλεια ΤΕΒΕ πρέπει να πληρώσω τις πατερίτσες μου, ενώ αν δεν έχω ασφάλεια είναι δωρεάν. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό. Έχει μόλις ένα μήνα που έκανα έναρξη στην εφορία. Ο γιατρός μου είναι φίρμα και δεν με αγγίζει κανείς όταν λείπει. Θα έπρεπε να έχω πάρει εξιτήριο αλλά περιμένω να γυρίσει απ’ το εξωτερικό. Τον περιμένω δίπλα στο ασανσέρ. Έχω την άδειά του να κάθομαι στο γραφείο του και να σηκώνω το τηλέφωνο για να μη βαριέμαι. Διαβάζω τα βιβλία του. Δεν θυμάμαι κανένα τίτλο. Βιβλία ιατρικής στα αγγλικά. Ευτυχώς το διάβασμα ιατρικής είναι κάτι σαν οικογενειακό χόμπι…

Ακούγονται ουρλιαχτά απ’ το διπλανό θάλαμο και δε μπορούμε να κοιμηθούμε. Μια κοπέλα σφαδάζει. Έπεσε απ’ την γέφυρα της Κατερίνης. Λένε ότι κάποιοι την έριξαν. Έμεινε ανάπηρη. Θρηνεί τον εαυτό της. Τους βρίζει όλους. Δεν αναπνέουμε.

Περιμένω δίπλα στο ασανσέρ ακόμη. Έχω παρέα κάποιον που έκοψε τη φτέρνα του με κάποιο γεωργικό εργαλείο αλλά την έφερε μαζί του και την κόλλησαν. Ο γιατρός μου γύρισε. Τρυπήθηκε όμως από βελόνα και εξαφανίστηκε για μέρες. Οι νοσηλεύτριες με ρωτάνε πόσα μου πήρε. Λέω τίποτε, δεν με πιστεύουν. Η επέμβασή μου ήταν χάρη στο συνάδελφο που έκανε μια άλλη επέμβαση. Συναδελφική αλληλεγγύη. Ράμματα 15. Στραβομουτσουνιάζει ο καθηγητής. «Ξεχάσαμε να τα κάνουμε κρυφά. Έλα μια μέρα να τα σβήσουμε» «Ούτε γι’ αστείο. Προτιμώ να ζωγραφίσω κι άλλα, να γίνουν σαν σαρανταποδαρούσα. Πες ότι είναι παράσημο απ’ τη ζωή στην πόλη…»

Ο θάλαμός μας είναι τρίκλινος. Έχουμε γίνει φίλες. Η νεαρή κοπέλα είναι πολύ ταλαιπωρημένη. Τη φροντίζει ο αδερφός της που έρχεται από άλλη πόλη κάθε μέρα. Τη νύχτα έχει δύο αποκλειστικές νοσοκόμες εναλλάξ. Η μία μας διηγείται πως απέκτησε πρόβλημα στην κάτω γνάθο από τις ερωτικές τρέλες με τον σύντροφό της και η άλλη πως έτρωγε ξύλο στη χούντα. Η μία είναι γύρω στα 45 και η άλλη γύρω στα 25. Άρα, δεν ξέρω πότε είχαμε χούντα τελευταία φορά….

Σε σχέση με την κατάσταση των διπλανών μου είμαι μια χαρά. Κάνω διάφορα αστεία για να περνάει η ώρα. Παριστάνω ότι χορεύω καν-καν ξαπλωτή στο κρεβάτι κάνοντας τα σεντόνια άνω κάτω. Την ώρα που ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια με το γελοίο του πράγματος, μπαίνει ο αστυνομικός που μου είχε πάρει κατάθεση. Σχολιάζει ότι καλοπερνάμε, δεν τον διαψεύδουμε. Συμπληρωματική κατάθεση και ενημέρωση. Ο άνθρωπος που με χτύπησε, λίγες μέρες μετά, τράκαρε, με όχημα αυτή τη φορά, μεταφέρθηκε στο ίδιο νοσοκομείο και τελικά πέθανε σε κάποιο θάλαμο παραδίπλα. Δείχνει απίστευτο. Η ζωή τα κάνει αυτά. ADCO17

Κάποτε παίρνω εξιτήριο. Έχω μελανιές στις μασχάλες απ’ τις πατερίτσες. Βγάζοντας το γύψο διαπιστώνω ότι έχω πολύ δουλειά μπροστά μου. Αυτό που βλέπω δεν είναι το πόδι μου, είναι οστά με σκέτο δέρμα. Κιλά 47-. Με πατερίτσες αλλά πηγαίνω παντού. Είμαι στο Berlin. Ο καστανάς της Αγ. Σοφίας μου λέει ότι απ’ τον πόνο μαθαίνω, να μην το πάρω στραβά. Δύο μέρες μετά, τον βλέπω με σπασμένο χέρι. Δε με χαιρέτησε ξανά. Κάποιοι θεωρούν την κατάστασή μου σέξι. Μου κάνουν καμάκι επειδή κουτσαίνω.

Είναι καλοκαίρι. Οι φίλοι είναι όλοι στην, σαν την Χαλκιδική δεν έχει, αλλά κανείς δε θέλει να με πάρει μαζί. Δε χωράει το πόδι, ποιος να ρίχνει καθίσματα τώρα… Πηγαίνω με το λεωφορείο. Αν δεν είμαι στη θάλασσα, είμαι κάτω απ’ τον πλάτανο. Διαβάζω τα βιβλία του οικοδεσπότη. Κυρίως επειδή έχει χιουμοριστικές σημειώσεις με μολύβι παντού. Δε διαβάζω μόνο τα βιβλία, διαβάζω αυτόν.

Σε μια λάιτ θερινή δεξίωση, ο γιατρός μου με επιδεικνύει σε συναδέλφους. Η επέμβασή μου είναι ένα ποίημα. Κάπου ανάμεσα στο γήπεδο τένις και τα καναπεδάκια. Με χειροκροτούν ελαφρώς. Μόνο η θάλασσα με σώζει… Σ’ αυτήν περπάτησα ξανά.

Φυσιοθεραπείες 2 φορές την ημέρα. Ταξί, κι άλλο ταξί. Πολλά ταξί. Κάποιοι μ’ αφήνουν όπου τους βολεύει. Κάνω διαθερμίες. Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ραδιοφωνικής συχνότητας που μετατρέπεται σε θερμική. Νιώθω ότι δε με βοηθάει, διαμαρτύρομαι αλλά δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία κι έτσι συνεχίζεται το μαρτύριο. Ο φυσιοθεραπευτής είναι συνεργάτης και φίλος του θείου μου. Ο θείος μου έχει κάνει το μηχάνημα. Το έχει εφεύρει για την ακρίβεια. Το σόι μου βρίσκει τρόπο να με ξεκάνει με καραμπόλα. Ακόμη και στην περίπτωση που με αγαπάει ή ό,τι τέλος πάντων…

Έχω αγκύλωση στο γόνατο. Ψάχνω ένα φυσιοθεραπευτή με κατανόηση. Ο φίρμας της Τσιμισκή που επιδιορθώνει αθλητές δε δέχεται να με αναλάβει. «Θα μείνεις ανάπηρη και θα λένε ότι ήμουν υπεύθυνος εγώ. Θα χάσω τη φήμη μου. Έχεις 60% αναπηρία στο ένα πόδι». Βγαίνω. Περπατάω. Ένα εκδρομικό με μαθητές περνάει. Είναι μια ωραία μέρα στην Τσιμισκή. Νωρίς το απόγευμα. Τα μαγαζιά κλειστά, ελάχιστος κόσμος. Ακούω κάποιους απ’ το λεωφορείο. Με κοροϊδεύουν επειδή κουτσαίνω. Σε λίγο, όλο το λεωφορείο αλαλάζει: «Ωραίο πόδι! Ωραίο πόδι!» Απομακρύνονται όλα σιγά σιγά. Ακόμη και η αισιοδοξία μου. Είναι ολοφάνερο ότι οδηγούμαι σε νέο χειρουργείο…

 

Είμαι στον Αγ. Λουκά. Δε μπορεί αλλού ο γιατρός μου. Έχω πλέον ασφάλεια, αλλά το κρεβάτι για κάποιο λόγο είναι κοντό. Υποφέρω σιωπηρά. Τρίκλινο. Στην άκρη, από σύμπτωση, μια συμμαθήτρια. Θα μειώσει το ισχυρό χαρακτηριστικό στο κέντρο του προσώπου της. Μετά την επέμβαση την βλέπω μόνο με τις γάζες άρα δεν ξέρω τι απέγινε. Στη μέση μια πλούσια 50ίσως. Την επισκέπτεται ένας νεαρός με τζην πουκάμισο και κείνα τα φολκλόρ δερμάτινα κορδονάκια. Δεν πρόλαβα να κάνω το λάθος. Ήταν ο σύζυγος. Η κυρία είχε πάει να τεντώσει την κοιλιά της για να εξισορροπήσει τη διαφορά ηλικίας. Είναι απίστευτα ευαίσθητη και γκρινιάρα. Κλαψουρίζει συνέχεια, δεν προσπαθεί να κάνει τίποτε μόνη. Τη φροντίζω κι ας είμαι μ’ ένα πόδι. Είναι ανυπόφορη, ματαιόδοξη και χαίρομαι που φεύγει. Είμαι μόνη. Τώρα μπορώ να πονέσω με την ησυχία μου. Τα πάντα γίνονται με τρομακτική ταχύτητα. Δεν έχω καταλάβει πότε βρέθηκα στο κρεβάτι μετά το χειρουργείο. Είναι χειρότερα απ’ την πρώτη φορά. Βλέπω τη μαμά μου λιπόθυμη στο δίπλα κρεβάτι. Δε μπορώ να τη βοηθήσω. Έχω επισκέψεις. Ο Χ και ένας φίλος μας. Κολλητός. Νιώθω το χέρι του κολλητού να σπρώχνει κάτι στο μαξιλάρι μου. Φεύγουν σύντομα. Την άλλη μέρα ανακαλύπτω την κάρτα. Απεικονίζει μια γυμνή κοπέλα σ’ ένα κρεβάτι και διάσπαρτα πάνω της τριαντάφυλλα. Η στάση της είναι διφορούμενη. Δεν φαίνεται το πρόσωπο. Φανταζόμαστε ότι υποφέρει… «Μ’ αρέσει να σε βλέπω να υποφέρεις». Αυτό γράφει στην κάρτα. Η κάρτα με τρυπάει περισσότερο. Πεθιδίνη. Φρικτή χημεία. Δεν ξέρεις τι είναι χειρότερο. Καλύτερα να πονάς χωρίς παρεμβολές. Επικεντρώνεσαι στο μοναδικό εισβολέα και έχεις ελπίδες…

 

«Τι ελπίδες έχω να επαναφέρω το πόδι μου στην αρχική του κατάσταση;»

«Ό,τι καταφέρεις σε 24 ώρες.  Όσες μοίρες πετύχεις, αυτές θα έχεις.»

«Άσχετα με το πόσο θα πονέσω, κινδυνεύει να πάθει το πόδι μου κάτι απ’ την πίεση;»

«Όχι. Λύγισέ το, όσο κι αν πονέσεις.»

«Χορός, ιππασία, ποδήλατο. Μπορώ να τα κάνω αυτά;»

«Φυσικά! Με δική σου ευθύνη»

Η ντουλάπα είχε πόδια τότε. Το κρεβάτι δεν είχε κάγκελα. Βάζω το πόδι μου κάτω απ’ τη ντουλάπα. Δεν σκέφτομαι. Πέφτω πίσω με όλο το βάρος μου. Βλέπω χρώματα. Δεν ξέρω πως μπόρεσα να το κάνω αυτό. Κάποιος έπρεπε να λυγίσει. Λύγισε το πόδι. Δεν είμαι ανάπηρη. Επιστρέφω με πάθος στον κοινό κόσμο.

Αυτόν που με πάτησε με αυτοκίνητο.

Αυτόν που με αγνόησε πεσμένη κάτω.

Αυτόν που με παράτησε στην άσφαλτο, στο σπίτι, στη θάλασσα…

Αυτόν που με κορόιδεψε, με υποτίμησε.

Αυτόν που σαγήνευσε η αδυναμία μου.

Αυτόν που κατασκεύαζε ντουλάπες με πόδια.

Αυτόν που με χειρούργησε.

Είμαι πλέον χειρουργημένη.

 

 

 

Σημ. Συντ. Όλα έγιναν έτσι ακριβώς. Είναι όμως, απόσπασμα μια μεγαλύτερης ιστορίας που θα πω άλλη φορά. Για επίλογο να πω ότι, ο Χ έχει πεθάνει, οι γυναίκες που είχαν φυματίωση θεραπεύτηκαν, η ανάπηρη κοπέλα κλείστηκε σε ίδρυμα απ’ την οικογένειά της, ενώ ο νεαρός με την κομμένη φτέρνα ταλαιπωρήθηκε με μολύνσεις. Ορισμένοι ήσασταν εκεί και με φροντίσατε. Κάποιοι άλλοι αγνοούνται… Κανείς δεν ήρθε μάρτυρας στο δικαστήριο.

 

 

 

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail