Ξαναγεννήθηκα λοιπόν
σε μια παράξενη εποχή που απ’ τα δέντρα κρέμονταν γραβάτες
Κι έτσι, όσοι δεν ήξεραν τον τρόπο, έτοιμη είχαν την θηλιά
Και στους δρόμους, άφθονο έρεε το γάλα
Τόσο, που κανείς δεν ήθελε πια να πιεί
Και οι καρποί σάπιζαν μη αναγνωρίσιμοι, και οι άνθρωποι το ίδιο
Κόμποι ανέβαιναν στο λαιμό μας
Πολλοί μαζί
Τόσο, που χάσαμε τη φωνή μας
Άκρα του τάφου σιωπή
Ο μόνος θόρυβος, αυτός του αγαπημένου μας διχασμού

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail